Δανειολήπτες Κατσέλη: Ακόμα να υπολογιστούν σωστά οι δόσεις!
ΟλΑΠ 6/2026: Όταν η δικαίωση του δανειολήπτη μένει στα χαρτιά: Το ζήτημα της πραγματικής συμμόρφωσης των Funds– servicers
Η υπ’ αριθ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αποτέλεσε αναμφίβολα μία ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για τους οφειλέτες που έχουν υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010. Με την απόφαση αυτή επιλύθηκε ένα ζήτημα που επί σειρά ετών είχε προκαλέσει σημαντικές αποκλίσεις τόσο στη νομολογία όσο και στην πρακτική εφαρμογή των δικαστικών ρυθμίσεων: η βάση επί της οποίας υπολογίζεται ο τόκος στις καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου.
Η Ολομέλεια έκρινε ότι ο τόκος πρέπει να υπολογίζεται επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης που έχει καθορίσει το δικαστήριο και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της ρυθμισθείσας οφειλής.
Η σημασία της κρίσης αυτής δεν είναι απλώς μαθηματική. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα και τον προστατευτικό σκοπό του Ν. 3869/2010. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, η αντίθετη ερμηνευτική προσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει στον εκ νέου εγκλωβισμό του οφειλέτη σε υπέρογκες καταβολές, ασύμβατες με τις πραγματικές οικονομικές του δυνατότητες και, τελικά, με τον ίδιο τον σκοπό της δικαστικής ρύθμισης.
Από τη δικαστική απόφαση στην πραγματική εφαρμογή
Μετά τη δημοσίευση της ΟλΑΠ 6/2026, το νομικό ζήτημα φαίνεται πλέον ξεκάθαρο. Το πρακτικό ζήτημα όμως, συνεχίζεται.
Διότι για τον οφειλέτη δεν αρκεί να γνωρίζει ότι δικαιώθηκε από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Πρέπει να γνωρίζει και ποιο ακριβώς ποσό οφείλει να καταβάλλει κάθε μήνα, ποιο είναι το πραγματικό υπόλοιπο της δικαστικά ρυθμισμένης οφειλής του, να υπολογιστεί πόσα επιπλέον έχει καταβάλει με βάση τους έως σήμερα τόκους που του χρέωναν και να του επιστραφούν ή συμψηφιστούν άμεσα!
Ακριβώς στο σημείο αυτό εντοπίζεται σήμερα ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα στην πρακτική εφαρμογή της απόφασης.
Στην καθημερινή διαχείριση σχετικών υποθέσεων οι ενδιαφερόμενοι ζητούν αναλυτικό επανυπολογισμό, επικαιροποιημένο δοσολόγιο ή έστω σαφή γνωστοποίηση της καταβλητέας δόσης και βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντικές καθυστερήσεις, γενικόλογες απαντήσεις ή έλλειψη επαρκούς ανάλυσης των ποσών που εμφανίζονται στις καρτέλες των οφειλών τους.
Το πρόβλημα αυτό δεν είναι διαδικαστικής μόνο φύσεως.
Πώς μπορεί ο οφειλέτης να είναι συνεπής όταν δεν γνωρίζει τι πρέπει να πληρώσει;
Ο Ν. 3869/2010 θεμελιώνεται στην τήρηση μιας δικαστικά καθορισμένης ρύθμισης. Από την πλευρά του οφειλέτη απαιτείται συνέπεια στις καταβολές και συμμόρφωση προς τους όρους της δικαστικής απόφασης.
Πώς, όμως, μπορεί να αξιώνεται από τον οφειλέτη απόλυτη συνέπεια, όταν ο ίδιος δεν διαθέτει σαφή και επικαιροποιημένη εικόνα της οφειλής του;
Πώς μπορεί να γνωρίζει ότι καταβάλλει το ορθό ποσό, όταν δεν του χορηγείται αναλυτικό δοσολόγιο;
Και κυρίως, πώς μπορεί να προστατευθεί από τον κίνδυνο να εμφανισθεί στο μέλλον ως δήθεν ασυνεπής προς μία δικαστική ρύθμιση, όταν έχει προηγουμένως ζητήσει από τον ίδιο τον διαχειριστή της απαίτησης να του προσδιορίσει με ακρίβεια την οφειλόμενη καταβολή;
Τα ερωτήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή η ΟλΑΠ 6/2026 δεν εισήγαγε μία νέα τραπεζική ρύθμιση. Ερμήνευσε τον τρόπο εφαρμογής μιας ήδη υφιστάμενης δικαστικής ρύθμισης, η οποία δεσμεύει τόσο τον οφειλέτη όσο και τον πιστωτή.
Η συμμόρφωση δεν εξαντλείται σε μία δήλωση αποδοχής της απόφασης
Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων δήλωσαν μετά τη δημοσίευση της απόφασης ότι σέβονται και εφαρμόζουν την κρίση της Ολομέλειας.
Η ουσιαστική συμμόρφωση ωστόσο, δεν μπορεί να εξαντλείται στην κατ’ αρχήν αποδοχή του νομικού κανόνα.
Προϋποθέτει την πρακτική εφαρμογή του σε κάθε επηρεαζόμενη δικαστική ρύθμιση: ορθό επανυπολογισμό, σαφή προσδιορισμό της καταβλητέας δόσης, διαφανή αποτύπωση των τόκων και των χρεώσεων και ουσιαστική ενημέρωση του οφειλέτη.
Η διαφάνεια επομένως, δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτημα. Αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματική εφαρμογή της δικαστικής προστασίας.
Η πραγματικότητα μετά την ΟλΑΠ 6/2026: όταν η συμμόρφωση καθυστερεί
Παρά τη σαφή και κατηγορηματική κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η πρακτική που ακολουθείται μετά την έκδοση της ΟλΑΠ 6/2026 δημιουργεί πλέον εύλογα ερωτήματα ως προς το εάν πρόκειται πράγματι για απλές καθυστερήσεις προσαρμογής ή για συνειδητή παρελκυστική τακτική που μεταφέρει το βάρος της δικαστικής ήττας των πιστωτών στους ίδιους τους δανειολήπτες.
Η άρνηση ή η επί μακρόν καθυστέρηση χορήγησης επικαιροποιημένων δοσολογίων, η μη γνωστοποίηση του ακριβούς ποσού της ορθής μηνιαίας καταβολής, η απουσία αναλυτικού επανυπολογισμού, η διατήρηση ασαφών ή ανεξήγητων χρεώσεων στις καρτέλες και η αποστολή τυποποιημένων απαντήσεων αντί συγκεκριμένων στοιχείων δεν μπορούν επ’ αόριστον να αποδίδονται σε απλή διοικητική δυσλειτουργία. Όταν οι ίδιες πρακτικές επαναλαμβάνονται ενώ έχει ήδη μεσολαβήσει σαφής κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δημιουργείται η εύλογη εντύπωση ότι η αβεβαιότητα του οφειλέτη δεν αποτελεί απλώς παρενέργεια του συστήματος, αλλά μηχανισμό πίεσης εις βάρος του.
Και ο μηχανισμός αυτός έχει συγκεκριμένο αποτέλεσμα: ο δανειολήπτης δεν γνωρίζει με ασφάλεια τι πρέπει να πληρώσει, κινδυνεύει να εμφανιστεί με ληξιπρόθεσμες οφειλές, βλέπει ανεξήγητα ποσά να συσσωρεύονται στην καρτέλα του και τελικά βρίσκεται αντιμέτωπος με τον φόβο ότι μπορεί να αμφισβητηθεί η συνέπειά του και να τεθεί σε κίνδυνο μία δικαστική ρύθμιση από την οποία συχνά εξαρτάται η προστασία της κύριας κατοικίας και συνολικά η οικονομική επιβίωση της οικογένειάς του.
Είναι δύσκολο, υπό αυτές τις συνθήκες, να γίνει δεκτό ότι πρόκειται απλώς για αδυναμία προσαρμογής. Όταν ο οφειλέτης ζητά επανειλημμένα να του γνωστοποιηθεί τι ακριβώς οφείλει να καταβάλει και η απάντηση είτε καθυστερεί είτε δεν δίνεται επί της ουσίας, η πρακτική αυτή καταλήγει να δημιουργεί ακριβώς τις συνθήκες που μπορούν να οδηγήσουν στην εμφάνισή του ως ασυνεπούς. Και όταν η φερόμενη ασυνέπεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια σε βάρος της δικαστικής του προστασίας, η αδιαφάνεια παύει να είναι ουδέτερη: μετατρέπεται σε εργαλείο οικονομικής εξουθένωσης και διακινδύνευσης της ίδιας της ρύθμισης.
Το πλέον οξύμωρο είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ funds και εταιρείες διαχείρισης έχουν δημοσίως δηλώσει ότι συμμορφώνονται με την ΟλΑΠ 6/2026. Η συμμόρφωση, όμως, δεν αποδεικνύεται με ανακοινώσεις. Αποδεικνύεται με αριθμούς. Με το νέο δοσολόγιο, με τον ορθό επανυπολογισμό, με την αφαίρεση ή πίστωση ποσών που δεν οφείλονται, με την αναλυτική καρτέλα και πάνω απ’ όλα, με την έγκαιρη γνωστοποίηση στον δανειολήπτη του ποσού που πράγματι πρέπει να καταβάλλει.
Δεν μπορεί ο οφειλέτης να δικαιώνεται από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και στην πράξη να εξαναγκάζεται να αγωνίζεται απέναντι στον διαχειριστή της απαίτησης για να εφαρμοστεί η απόφαση που ήδη κέρδισε. Ούτε μπορεί η αβεβαιότητα που δημιουργεί ο ίδιος ο πιστωτικός μηχανισμός να χρησιμοποιείται στη συνέχεια για να εμφανιστεί ο δανειολήπτης ως ασυνεπής και να τεθεί σε κίνδυνο η ρύθμισή του. Μια τέτοια πρακτική θα αντέστρεφε πλήρως τον προστατευτικό σκοπό τόσο του Ν. 3869/2010 όσο και της ίδιας της ΟλΑΠ 6/2026.
Εάν αντιμετωπίζετε ζήτημα σχετικά με την εφαρμογή δικαστικής ρύθμισης του Ν. 3869/2010 ή τον επανυπολογισμό της οφειλής σας μετά την ΟλΑΠ 6/2026, μπορείτε να επικοινωνήσετε με το γραφείο μας για την εξατομικευμένη αξιολόγηση της υπόθεσής σας.
Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 2108251894, 6932455478 και στο e-mail: akorela.lawfirm@gmail.com



